παλαβός

παλαβός
-ή, -ό
1. ανισόρροπος, τρελός
2. ανόητος, ασύνετος
3. παράτολμος, ριψοκίνδυνος
4. παράφορα ερωτευμένος.
επίρρ...
παλαβά
με παλαβό τρόπο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < *παλαλός < ἀπολωλός, μτχ. τού ἀπόλλυμαι. Κατ' άλλους το επίθ. έχει προέλθει από το ουσ. παλάβρα* (παλάβρα > παλάβια > παλαβιός > παλαβός, πρβλ. τύφλα > τυφλός) ενώ, σύμφωνα με άλλη άποψη, από τον αρχ. διαλ. τ. πάλαος (βλ. λ. παλαιός)].

Dictionary of Greek. 2013.

Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • παλαβός — ή, ό ο ανόητος, ο τρελός, ο παράτολμος, ο ριψοκίνδυνος: Σκότωνε παλαβούς πλήρωνε τζερεμέδες (παροιμ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παλαβώνω — [παλαβός] 1. κάνω κάποιον παλαβό, ξετρελαίνω 2. γίνομαι παλαβός 3. είμαι παράφορα ερωτευμένος …   Dictionary of Greek

  • παλαβιάρης — α, ικο ο παλαβός. [ΕΤΥΜΟΛ. < παλαβός + κατάλ. ιάρης (πρβλ. κοκαλ ιάρης)] …   Dictionary of Greek

  • πελελός — και πελός, ή, ό τρελός, παλαβός. [ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. ἀπολωλώς, μτχ. τού ἀπόλλυμι (πρβλ. και λ. παλαβός)] …   Dictionary of Greek

  • παλαβώνω — παλάβωσα, παλαβώθηκα, παλαβωμένος 1. μτβ., κάνω κάποιον να τα χάσει, τον κάνω παλαβό (βλ. λ.): Κόντεψαν να τον παλαβώσουν τον άνθρωπο με τη φάρσα που του κάνανε. 2. αμτβ., γίνομαι παλαβός, τα χάνω, τρελαίνομαι: Μια η φτώχια, μια ο θάνατος,… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άλαλος — η, ο (Α ἄλαλος, ον) αυτός που δεν μιλάει, άναυδος, άφωνος, βουβός, μουγγός νεοελλ. ανόητος, βλάκας, παλαβός. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ στερητ. + λάλος < λαλῶ. ΠΑΡ. αλαλία νεοελλ. αλαλιάζω, αλαλογώ, αλαλομάρα] …   Dictionary of Greek

  • θεοπάλαβος — η, ο τελείως παλαβός, ο θεότρελος …   Dictionary of Greek

  • κουρλός — ή, ό τρελός, ζουρλός, παλαβός …   Dictionary of Greek

  • λωλός — ή, ό (Μ λωλός, ή, όν) 1. τρελός, παλαβός 2. ανόητος, απερίσκεπτος 3. αφελής 4. (για γέρο) ξεμωραμένος, ξεκουτιασμένος. επίρρ... λωλά (Μ λωλά) με ανόητο τρόπο, τρελά, παλαβά. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. τής μτχ. ὀλωλώς τού μέσου παρακμ. τού ρ.… …   Dictionary of Greek

  • μισοπάλαβος — η, ο σχεδόν παλαβός, μισότρελος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”